Πρόεδρος Δημοκρατίας: Προεδρικά και άλλα δαιμόνια

© Michalis Karagiannis / Eurokinissi

Μια συζήτηση που έκανε μόνο ζημιά σε θεσμό και σε πρόσωπα

Ένα σχόλιο για το πολιτικό σκηνικό όπως διαμορφώθηκε μετά την επιλογή του Κωνσταντίνου Τασούλα για Πρόεδρο της Δημοκρατίας

Η προεδρολογία για μήνες τώρα επιτέλους τερματίστηκε. Μόνο ζημιά έκανε στο θεσμό και σε πρόσωπα. Παρέλασαν πολλά ως υποψήφια. Επιλογή του κ. Μητσοτάκη gia Πρόεδρος της Δημοκρατίας ήταν τελικά ο Πρόεδρος της Βουλής κ. Κώστας Τασούλας, μια επιλογή από τους κόλπους της παράταξης της ΝΔ. Έκπληξη δε σημειώθηκε έκπληξη που κυρίως επικεντρωνόταν στην πολιτική προσωπικότητα του Ευάγγελου Βενιζέλου ως επιλογή από την «κεντροαριστερά».

Το πολιτικό σκηνικό με την επιλογή του Κωνταντίνου Τασούλα ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης σύσσωμα χαρακτήρισαν την επιλογή του κ. Τασούλα ως «ακροδεξιά» και κατηγόρησαν τον Π/Θ ότι δεν τήρησε την παράδοση επιλέγοντας πρόσωπο από την «προοδευτική» παράταξη. Κατ’ αρχάς, πρόκειται για μια ανύπαρκτη παράδοση κι όσες επιλογές έγιναν με αυτό το «κριτήριο» υπαγορεύτηκαν από την ανάγκη μη προσφυγής στις κάλπες. Ούτε η άριστη επιλογή της σπουδαίας δικαστικού κ. Κατερίνας Σακελλαροπούλου, μιας εξαιρετικής καθ΄ όλα ΠτΔ, ακολούθησε κάποια «παράδοση», ενώ ο σημερινός Π/Θ δεν έχει ψηφίσει πρόεδρο από την ίδια την παράταξή του.

Οι επιλογές υπαγορεύονται πάντα, χωρίς εξαίρεση, από τις πολιτικές σκοπιμότητες και πολιτικούς σχεδιασμούς που έχουν ένα και μοναδικό στόχο: την κομματική ενότητα, την κυβερνητική σταθερότητα και τη δυνητική εκλογική επιρροή. Δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Η επιλογή του κ. Τασούλα για ΠτΔ (καθώς και του κ. Νικήτα Κακλαμάνη ως αντικαταστάτη του), είναι φανερό ότι υπαγορεύτηκε από την ανάγκη συσπείρωσης της κοινοβουλευτικής ομάδος του κυβερνώντος κόμματος. Οι διαφωνίες μερίδας βουλευτών της ΝΔ έγιναν και δημόσια γνωστές. Αυτό, ανοήτως ερμηνεύτηκε ως φόβος ή ανασφάλεια του ίδιου του Π/Θ μολονότι κατηγορήθηκε για «αυτοκρατορική συμπεριφορά που προσβάλλει μάλιστα τη νοημοσύνη των πολιτών», κατά τον κ. Ανδρουλάκη. Αυτοκράτωρ ανασφαλής που φοβάται τους υπηκόους βουλευτές του! Μάλιστα! Πρωτότυπο. Επιλογή που μας προσβάλλει ως πολίτες.!!! Μάλιστα! Γιατί άραγε; Γιατί έπρεπε ο Π/Θ να επιλέξει έναν (μία) υποψήφιο διακινδυνεύοντας την κοινοβουλευτική του συνοχή;

Ούτε η επιλογή του κ. Τασούλα πρόκειται να προσκομίσει άμεσα ψήφους από τα δεξιά της ΝΔ ούτε η τυχόν επιλογή «κεντροαριστερού» υποψηφίου θα κέρδιζε αυτομάτως ψήφους από τον «κεντρώο» χώρο. Μπορεί κανείς να μετρήσει κέρδη και απώλειες από τον διορισμό ου κ. Τζιτζικώστα ως Επιτρόπου στην ΕΕ; Θα καθορίσουν ο κ. Τασούλας ή ο κ. Κακλαμάνης την κυβερνητική πολιτική; Σε καμιά περίπτωση. Όπως και το υπόλοιπο εκλογικό σώμα έτσι και η παραδοσιακή εκλογική βάση της ΝΔ, η ονομαζόμενη «λαϊκή Δεξιά», επηρεάζεται από τις γενικότερες και ειδικότερες κυβερνητικές πολιτικές που έχουν σχέση και με την καθημερινότητα, την ακρίβεια και με το βιοτικό επίπεδο αλλά και με προβλήματα παροχής υπηρεσιών υγείας, ασφάλειας, εσωτερικής και εξωτερικής, αξιών, ιδεών και αντιλήψεων, αποτελούν δηλαδή ένα σύνθετο πρόβλημα με πολλούς παράγοντες.

Οι προεδρικές επιλογές μας βοήθησαν επίσης να μάθαμε επιτέλους από το ΠΑΣΟΚ, κι έτσι έληξε και η αγωνία μας που μας τυραννούσε για τόσο καιρό, ποιά είναι αυτή η περίφημη «προοδευτική παράταξη» εκπρόσωπο της οποίας απαιτούσε να επιλέξει ο Π/Θ ως ΠτΔ. Πληροφορηθήκαμε ότι εξικνείται μέχρι και τα κόμματα της κας Κωνσταντοπούλου και του κ. Βαρουφάκη, εκτός φυσικά του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ που είναι τα εξ ορισμού «προοδευτικά» κόμματα της «κεντροαριστεράς»!!. Ο δε κ. Π. Γερουλάνος σε ένα γενικό προσκλητήριο (Action 24) είπε ότι «όλοι χωράνε στο ΠΑΣΟΚ» (μεγάλη αγκάλη) και ο ΣΥΡΙΖΑ, και ο κ. Κασσελάκης και η Ελληνική Αριστερά και η Πλεύση Ελευθερίας της κας Κωνσταντοπούλου. (παρέλειψε το ΚΚΕ το οποίο είναι «δεδομένο»). Όσοι «κεντρώοι» ανησύχησαν για τη δήθεν «δεξιά στροφή» του κ. Μητσοτάκη δεν έχουν παρά να καλωσορίσουν τους συνδαιτυμόνες του κ. Ανδρουλάκη και του κ. Γερουλάνου στην κυβερνητική ομοτράπεζα (όταν και εάν ποτέ προκύψει). Η επιλογή είναι αρκούντως σαφής. Πρόκειται για το νέο τραγέλαφο της «προοδευτικής παράταξης».

Ο κ. Ανδρουλάκης μπορεί να κατάφερε να επανεκλεγεί στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και να επωφελήθηκε από την αυτοδιάλυση και τον τέλειο αυτοεξευτελισμό του ΣΥΡΙΖΑ για να κερδίσει ορισμένους δημοσκοπικούς πόντους οι οποίοι δε φαίνονται να είναι σταθερά ανοδικοί. Το αντίθετο μάλιστα. Αν ήθελε πράγματι να φέρει τον κ. Μητσοτάκη σε δύσκολη θέση, θα έπρεπε ο ίδιος να έχει προτείνει το δικό του υποψήφιο, που προφανώς ήταν αναμφισβήτητα ο κ. Βενιζέλος. Απέφυγε το πικρόν ποτήριον. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι σύσσωμο το κόμμα θα επιδοκίμαζε την επιλογή στο πρόσωπο του κ. Βενιζέλου καθόσον το κόμμα του (όχι ο ίδιος) τον έχει χυδαία εξοβελίσει ωσάν να έχει διαπράξει κάποιο έγκλημα καθοσιώσεως. Διέρρηξε δε τα ίματιά του ότι ποτέ δε θα κυβερνήσει με την επάρατη «Δεξιά», δηλαδή δε θα ξανακυβερνήσει, διότι με ηγέτη τον κ. Βενιζέλο, που δε λογάριασε κανένα προσωπικό πολιτικό κόστος, το αντίθετο μάλιστα, συγκυβέρνησε ως «πολιτικός της ευθύνης» με τη ΝΔ για τη σωτηρία της χώρας (2012-2015) κάνοντας το πατριωτικό του καθήκον. Και επέτυχε. Μπορεί να έχει συμπάθειες και αντιπάθειες, όπως κάθε πολιτικός. Δεν κρίνεται αυτό, αλλά ήταν ο φυσιολογικός υποψήφιος του ΠΑΣΟΚ, ένας πρώην ηγέτης του.

Ο κ. Ανδρουλάκης, επιμένει σε μια αντιδεξιά πολιτική γραμμή και ρητορεία. Είναι απορίας άξιο. Διότι, κάνει λόγο για μια «Δεξιά» που δεν υπάρχει. Είναι αποκύημα φαντασίας. Κάθε λογική πολιτική ανάλυση άνετα το πιστοποιεί για να μην αναφέρει κανείς την πλειάδα των κυβερνητικών στελεχών που προέρχονται από τον φιλελεύθερο και κεντροαριστερό χώρο και από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Η πρόσφατη υμνολογία του εκλιπόντος Κώστα Σημίτη, από τους πιο σπουδαίους πρωθυπουργούς της χώρας, δεν αποτελεί παρά πρόσχημα για να συγκαλύπτεται ο λιβανωτός προς τον ανδρεοπαπανδρεϊκό λαϊκισμό. Στην πράξη και την πολιτική πρακτική αγνοείται τελείως. Ταυτόχρονα ως «προοδευτικά» χαρακτηρίζονται όλα τα υπόλοιπα κόμματα, που είτε ευαγγελίζονται τη δικτατορία του προλεταριάτου είτε άλλα ολοκληρωτικά καθεστώτα με μια πολιτική άρνησης, διαμαρτυρίας, «αντίστασης» κατά του «συστήματος» και φανερής εχθρότητας κατά της φιλελεύθερης δημοκρατίας την οποία και θέλουν να καταργήσουν. Με αυτά τα κόμματα, προφανώς, ο κ. Ανδρουλάκης θέλει να κυβερνήσει. Και παριστάνει τον Ευρωπαίο «σοσιαλδημοκράτη»!!

Το ΠΑΣΟΚ, διαπιστώνοντας να έχει εισροές τόσο από τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και από τη ΝΔ βαυκαλίζεται να πιστεύει ότι μπορεί να πατάει σε δυο βάρκες και να επιδίδεται σε έναν ανύπαρκτο «διμέτωπο». Ο κ. Ανδρουλάκης γνωρίζει πολύ καλά ότι το νέο του ορόσημο είναι οι εκλογές του 2027 (εάν γίνουν στην ώρα τους) και η επίδοσή του, μολονότι ενδέχεται και τότε να είναι σε θέση να ισχυριστεί ότι αύξησε τα ποσοστά του κόμματος. Οι επίδοξοι αντίπαλοί του, όμως, κυρίως οι Συριζοπασόκοι, καιροφυλακτούν. Ο ίδιος και το στενό επιτελείο του φαίνεται να εκτιμούν, λανθασμένα εκτιμώ, ότι το κομματικό σύστημα είναι πλέον δικομματικό έστω και ατελές. Προσυπογράφουν τις αναλύσεις περί «ανισορροπίας» του κομματικού συστήματος, «ασυμμετρίας» κι άλλα συναφή. Λανθάνουν. Εδώ και χρόνια, έχουμε περάσει σε ένα πολυπολικό σύστημα με ένα ισχυρό κυβερνητικό πόλο και άλλους λίγο πολύ ισομερείς στο χώρο της αντιπολίτευσης. Το γεγονός ότι κάποιος πόλος στην αντιπολίτευση, το ΠΑΣΟΚ, φάνηκε για λόγους μάλλον συγκυριακούς να αποκτά κάποιο δημοσκοπικό προβάδισμα σε βαθμό μάλιστα που πάλι εσπευσμένα υποστηρίχτηκε ότι η διαφορά με τη ΝΔ έγινε πλέον μονοψήφια, πράγμα που δεν επαληθεύτηκε στη συνέχεια. Επί του παρόντος, δεν υπάρχουν ούτε ενδείξεις ότι οι συσχετισμοί αυτοί μπορεί να αλλάξουν στο άμεσο μέλλον.

Η πρόσφατη πολιτική συγκυρία έφερε το ΠΑΣΟΚ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, την οποία εύκολα μπορεί να απολέσει εάν οι κοινοβουλευτικές ομάδες του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς συνεργαστούν. Η δεξαμενή εξ αριστερών θα στερέψει και οι «κεντρώοι» που απεχθάνονται την αντιδεξιά ρητορεία θα το έχουν βάλει στα πόδια. Η τέλεια συνταγή για να επανέλθει το ΠΑΣΟΚ σε δημοσκοπικά στάσιμα επίπεδα του 15% με 16% αισθανόμενο την καυτή ανάσα του ΣΥΡΙΖΑ στο σβέρκο του. Είναι δύσκολο να δει κανείς πώς το ΠΑΣΟΚ μπορεί να καλύψει τη δημοσκοπική διαφορά που το χωρίζει από τη ΝΔ, ήτοι να την προσεγγίσει τόσο κοντά ούτως ώστε να μπορεί να γίνεται εκ νέου λόγος για «δικομματικό σύστημα» έστω χαμηλής εμβέλειας και απήχησης (κάποτε τα δυο μεγάλα κόμματα, το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ έφτασαν να καλύπτουν το 85% της συνολικής ψήφου). Διότι, η «προοδευτική παράταξη» έχει κι άλλους επίδοξους ηγετικούς μνηστήρες και κάθε ανταγωνισμός μαζί τους απομακρύνει το κόμμα από την εκλογική δεξαμενή εκείνη που θα το οδηγούσε να αυξήσει την εκλογική του απήχηση. Θα πρέπει να ανταγωνίζεται τους άλλους στο λαϊκιστικό στίβο και να υπερακοντίζει, επί παραδείγματι, αιτήματα τύπου 13ου και 14ου μισθού για το Δημόσιο, που γνωρίζει ότι θα τινάξουν την οικονομία στον αέρα.

Το πολιτικό παράδοξο είναι ότι στην υποθετική περίπτωση που το ΠΑΣΟΚ αυξάνει συνεχώς τα δημοσκοπικά του ποσοστά πλησιάζοντας τη ΝΔ, πόσο μάλλον εάν αυτό εκφραστεί και στην προσεχή κάλπη, τόσο απομακρύνονται οι πιθανότητές του να κυβερνήσει τη χώρα, εκτός από την περίπτωση ενός «Μεγάλου Συνασπισμού» τον οποίο δήλωσε σαφώς πως δεν επιθυμεί ή μάλλον θέλει διακαώς να αποφύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι. Βολεύει η ΝΔ να συνεργαστεί με κάποιο κόμμα από τα δεξιά της για να κυβερνήσει σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας ώστε να δικαιολογεί το αφήγημα της «Ακροδεξιάς» κυβέρνησης. Διότι, πράγματι, η συμμετοχή σε κυβέρνηση συνεργασίας είναι ευκολότερη με ένα ποσοστό 15% παρά με ένα ποσοστό 20% με 25%. Στη δεύτερη περίπτωση υπερισχύει η προσδοκία ότι «κάποτε» το κόμμα θα βρεθεί στην πρώτη θέση και θα αντικαταστήσει τη ΝΔ. Αλλά και τότε ίσως να μην επαρκούν οι ψήφοι ενός «προοδευτικού» κόμματος για τον σχηματισμό κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι με τα σημερινά δεδομένα πρόκειται για ένα σενάριο που ανήκει στη σφαίρα της πολιτικής φαντασίας. Διότι, έχει ως προϋπόθεση απίθανες πολιτικές ανατροπές και ανακατατάξεις στην κάλπη.

Στις φιλόξενες αυτές στήλες έγραφα στις παραμονές των εκλογών για την ανάδειξη νέας ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ (3/10/24):

«…η όποια νέα ηγεσία του κόμματος θα κληθεί να απαντήσει σαφώς στο πρόβλημα της διακυβέρνησης της χώρας. Τώρα, καταβάλλεται μάταιη προσπάθεια το πρόβλημα και το δίλημμα να σκουπιστούν κάτω από το χαλί ή να υπερκεραστούν με την προσφυγή στον άκρως φιλόδοξο στόχο του «πρώτου κόμματος», το οποίο και πάλι δε λύνει το πρόβλημα. Είτε πρώτο είτε δεύτερο τίποτα δεν αλλάζει ουσιαστικά. Με ποιο κόμμα θα (συγ)κυβερνήσει; Το αναπόφευκτο φυγείν αδύνατο».

Τώρα απλώς μάθαμε ποια είναι η «προοδευτική παράταξη της χώρας». μας το έκρυβαν επιμελώς.

Καθώς πλησιάζει η αποφράς ημέρα της μεταπολίτευσης, οι εκλογές της 25ης Φεβρουαρίου 2015, που έφεραν στην κυβέρνηση τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, την πιο καταστροφική και χυδαία κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης, κατατροπώνοντας εκλογικά τους γερμανοτσολιάδες, πουλημένους, Μερκελιστές, προδότες του ΠΑΣΟΚ κι άλλα πολλά, θα ήθελα να υπενθυμίσω στους φίλους σοσιαλδημοκράτες του κόμματος και τους ενοχλημένους «Κεντρώους» τα κάτωθι.

Πριν 7 περίπου χρόνια ένα Non Paper του τότε ΚΙΝΑΛ (10/5/2018), εκτιμούσε, μεταξύ άλλων, τον ΣΥΡΙΖΑ ως εξής:

{7. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανήκει στον ιδεολογικό και πολιτικό χώρο της δημοκρατικής αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας… Είναι ένα κόμμα βαθιά λαϊκιστικό, με νεοκομμουνιστικές – τριτοδιεθνιστικές αναφορές και ολοκληρωτικού τύπου αντιλήψεις, πολύ πέραν από τις αξίες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, εχθρικό στις θεσμικές λειτουργίες της φιλελεύθερης αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Το αποδεικνύει αυτό με την εχθρότητα απέναντι στην διαφορετική πολιτική άποψη, την εμφυλιοπολεμική ρητορεία και την προσπάθεια του με κάθε δυνατό τρόπο και απίθανες επινοήσεις να ελέγξει την ελεύθερη ενημέρωση τις παρεμβάσεις του στη Δικαιοσύνη και την πλήρη καταστρατήγηση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Η άποψη «έχουμε την κυβέρνηση αλλά δεν έχουμε την εξουσία», παραπέμπει στη σταλινική παράδοση και όχι στις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας.}

Άλλαξε κάτι από τότε;

Δεν δικαιώθηκε η ανωτέρω εκτίμηση, κοινή τότε στα δημοκρατικά κόμματα της αντιπολίτευσης, και από τα πεπραγμένα της διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και στην περίοδο 2019-2023 που ο ΣΥΡΙΖΑ άσκησε μια άθλια και χυδαία αντιπολίτευση αλλά και πρόσφατα στο έδαφος της Συριζαίηκης και Κασσελάκιας-Πολάκιας φαρσοκωμωδίας, τις μεθόδους λειτουργίας της νεοσταλινικής κλίκας και πολιτικής συμμορίας, τον αυτοεξευτελισμό του ΣΥΡΙΖΑ; Έχει κανείς χρείαν κι άλλων μαρτύρων;

Κάθε ρεαλιστικό εναλλακτικό πρόγραμμα-πρόταση διακυβέρνησης που τόσο έχει ανάγκη μια κοινοβουλευτική φιλελεύθερη δημοκρατία, αποτελεί συστατικό της στοιχείο, πρέπει να πατάει γερά στην υπαρκτή πραγματικότητα κι όχι σε μια κατασκευασμένη και εικονική που εξυπηρετεί μόνο προκαταλήψεις και ιδεοληψίες. Το έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ και το πλήρωσε ακριβά. Μαζί του και η χώρα με ανήκεστο βλάβη. Δεν το χρειάζεται ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε η χώρα.

Το ΠΑΣΟΚ έχει σοβαρό πρόβλημα ιδεολογικής και πολιτικής ταυτότητας και πολιτικού προσανατολισμού. Είτε θα επιδιώξει σοβαρά να μετεξελιχτεί σε ένα ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, έστω ελληνικής κοπής, εγγυητή της προόδου, της ανάπτυξης, των μεταρρυθμίσεων, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισοτιμίας, κυρίως δε της πολιτικής ομαλότητας και σταθερότητας που τόσο ανάγκη έχει η χώρα, ένα κόμμα δηλαδή ανοιχτό, πλουραλιστικό, δημοκρατικό και συστημικό, βασική συνιστώσα της φιλελεύθερης δημοκρατίας είτε θα συνεχίζει να παίζει μπαρμπούτι με τους μονίμως αντισυστημικούς νεομπολσεβίκους, όψιμους νεοσταλινικούς και αιωνίως αριστεριστές και ακροαριστερούς. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει.

ΥΓ: Οι σημαντικές εκλογικές απώλειες της ΝΔ στις ευρωεκλογές το 2024 δεν οδήγησαν σε καμιά «δεξιά» στροφή της πολιτικής της και των πολιτικών της. Οι ισχυρισμοί περί του αντιθέτου δεν αποτελούν παρά φτηνή και επικίνδυνη προπαγάνδα, εάν μη τι άλλο διότι δεν έχουν να επισημάνουν συγκεκριμένες πολιτικές που εξ αντικειμένου θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «δεξιές», ότι δηλαδή εξυπηρετούν αποκλειστικά μια «δεξιά» ή «ακροδεξιά» εκλογική βάση, ούτως ώστε μια σωστή αντιπολίτευση να προσπαθήσει να τις ανατρέψει.

Δημοσιεύτηκε στη ηλεκτρονική εφημερίδα athensvoice.gr